ευαρεστώ
•
- λόγιοπροκαλώ ευχαρίστηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευαρεστώ < ελληνιστική κοινή εὐαρεστέω / εὐαρεστῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευαρεστώ | ευαρεστείς | ευαρεστεί | ευαρεστούμε | ευαρεστείτε | ευαρεστούν / ευαρεστούνε |
| Παρατατικός | ευαρεστούσα | ευαρεστούσες | ευαρεστούσε | ευαρεστούσαμε | ευαρεστούσατε | ευαρεστούσαν / ευαρεστούσανε |
| Αόριστος | ευαρέστησα | ευαρέστησες | ευαρέστησε | ευαρεστήσαμε | ευαρεστήσατε | ευαρέστησαν / ευαρεστήσαν / ευαρεστήσανε |
| Μέλλοντας | θα ευαρεστήσω / θα ευαρεστώ | θα ευαρεστήσεις / θα ευαρεστείς | θα ευαρεστήσει / θα ευαρεστεί | θα ευαρεστήσουμε / θα ευαρεστούμε | θα ευαρεστήσετε / θα ευαρεστείτε | θα ευαρεστήσουν / θα ευαρεστήσουνε / θα ευαρεστούν / θα ευαρεστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ευαρεστήσει | έχεις ευαρεστήσει | έχει ευαρεστήσει | έχουμε ευαρεστήσει | έχετε ευαρεστήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευαρεστήσει | είχες ευαρεστήσει | είχε ευαρεστήσει | είχαμε ευαρεστήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευαρεστήσει / να ευαρεστήσω / να ευαρεστώ | να έχεις ευαρεστήσει / να ευαρεστήσεις / να ευαρεστείς | να έχει ευαρεστήσει / να ευαρεστήσει / να ευαρεστεί | να έχουμε ευαρεστήσει / να ευαρεστήσουμε / να ευαρεστούμε | να έχετε ευαρεστήσει / να ευαρεστήσετε / να ευαρεστείτε | να ευαρεστήσουν / να ευαρεστήσουνε / να ευαρεστούν / να ευαρεστούνε |
| Προστακτική | — | ευαρέστει / ευαρέστησε | — | — | ευαρεστήστε / ευαρεστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →