ευβουλία
•
- λόγιοτο να σκέφτεται, να αποφασίζει και να δρα κάποιος σωστά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευβουλία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐβουλία < εὔβουλος < εὖ + βουλή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευβουλία | ευβουλίες |
| Γενική | ευβουλίας | ευβουλιών |
| Αιτιατική | ευβουλία | ευβουλίες |
| Κλητική | ευβουλία | ευβουλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →