Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευδοκώ

ρήμα
•
  1. λόγιοεκφράζω τη θέλησή μου να πραγματοποιήσω κάτι, είμαι ευνοϊκός ή ευνοϊκά διακείμενος προς κάτι Βικιλεξικό
  2. ειρωνικόσυγκατανεύω καθυστερημένα, αργοπορώ να συναινέσω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευδοκώ < (ελληνιστική κοινή) / εὐδοκῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςευδοκώευδοκείςευδοκείευδοκούμεευδοκείτεευδοκούν / ευδοκούνε
Παρατατικόςευδοκούσαευδοκούσεςευδοκούσεευδοκούσαμεευδοκούσατεευδοκούσαν / ευδοκούσανε
Αόριστοςευδόκησαευδόκησεςευδόκησεευδοκήσαμεευδοκήσατεευδοκήσαν / ευδοκήσανε / ευδόκησαν
Μέλλονταςθα ευδοκήσω / θα ευδοκώθα ευδοκήσεις / θα ευδοκείςθα ευδοκήσει / θα ευδοκείθα ευδοκήσουμε / θα ευδοκούμεθα ευδοκήσετε / θα ευδοκείτεθα ευδοκήσουν / θα ευδοκήσουνε / θα ευδοκούν / θα ευδοκούνε
Παρακείμενοςέχω ευδοκήσειέχεις ευδοκήσειέχει ευδοκήσειέχουμε ευδοκήσειέχετε ευδοκήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ευδοκήσειείχες ευδοκήσειείχε ευδοκήσειείχαμε ευδοκήσει——
Υποτακτικήνα έχω ευδοκήσει / να ευδοκήσω / να ευδοκώνα έχεις ευδοκήσει / να ευδοκήσεις / να ευδοκείςνα έχει ευδοκήσει / να ευδοκήσει / να ευδοκείνα έχουμε ευδοκήσει / να ευδοκήσουμε / να ευδοκούμενα έχετε ευδοκήσει / να ευδοκήσετε / να ευδοκείτενα ευδοκήσουν / να ευδοκήσουνε / να ευδοκούν / να ευδοκούνε
Προστακτική—ευδόκει / ευδόκησε——ευδοκήστε / ευδοκείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →