ευδοκώ
•
- λόγιοεκφράζω τη θέλησή μου να πραγματοποιήσω κάτι, είμαι ευνοϊκός ή ευνοϊκά διακείμενος προς κάτι Βικιλεξικό
- ειρωνικόσυγκατανεύω καθυστερημένα, αργοπορώ να συναινέσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευδοκώ < (ελληνιστική κοινή) / εὐδοκῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευδοκώ | ευδοκείς | ευδοκεί | ευδοκούμε | ευδοκείτε | ευδοκούν / ευδοκούνε |
| Παρατατικός | ευδοκούσα | ευδοκούσες | ευδοκούσε | ευδοκούσαμε | ευδοκούσατε | ευδοκούσαν / ευδοκούσανε |
| Αόριστος | ευδόκησα | ευδόκησες | ευδόκησε | ευδοκήσαμε | ευδοκήσατε | ευδοκήσαν / ευδοκήσανε / ευδόκησαν |
| Μέλλοντας | θα ευδοκήσω / θα ευδοκώ | θα ευδοκήσεις / θα ευδοκείς | θα ευδοκήσει / θα ευδοκεί | θα ευδοκήσουμε / θα ευδοκούμε | θα ευδοκήσετε / θα ευδοκείτε | θα ευδοκήσουν / θα ευδοκήσουνε / θα ευδοκούν / θα ευδοκούνε |
| Παρακείμενος | έχω ευδοκήσει | έχεις ευδοκήσει | έχει ευδοκήσει | έχουμε ευδοκήσει | έχετε ευδοκήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευδοκήσει | είχες ευδοκήσει | είχε ευδοκήσει | είχαμε ευδοκήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευδοκήσει / να ευδοκήσω / να ευδοκώ | να έχεις ευδοκήσει / να ευδοκήσεις / να ευδοκείς | να έχει ευδοκήσει / να ευδοκήσει / να ευδοκεί | να έχουμε ευδοκήσει / να ευδοκήσουμε / να ευδοκούμε | να έχετε ευδοκήσει / να ευδοκήσετε / να ευδοκείτε | να ευδοκήσουν / να ευδοκήσουνε / να ευδοκούν / να ευδοκούνε |
| Προστακτική | — | ευδόκει / ευδόκησε | — | — | ευδοκήστε / ευδοκείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →