ευεργετικότητα
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι ευεργετικό(ς), η ιδιότητα του ευεργετικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευεργετικότητα < ευεργετικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευεργετικότητα | ευεργετικότητες |
| Γενική | ευεργετικότητας | ευεργετικοτήτων |
| Αιτιατική | ευεργετικότητα | ευεργετικότητες |
| Κλητική | ευεργετικότητα | ευεργετικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →