Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευημερώ

/e.vi.meˈɾo/ρήμα
•
  1. είμαι σε καλή (οικονομική) κατάσταση και -ως εκ τούτου- ζω άνετα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευημερώ < αρχαία ελληνική εὐημερέω / εὐημερῶ < εὐήμερος < εὖ + ἡμέρα

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςευημερώευημερείςευημερείευημερούμεευημερείτεευημερούν / ευημερούνε
Παρατατικόςευημερούσαευημερούσεςευημερούσεευημερούσαμεευημερούσατεευημερούσαν / ευημερούσανε
Αόριστοςευημέρησαευημέρησεςευημέρησεευημερήσαμεευημερήσατεευημέρησαν / ευημερήσαν / ευημερήσανε
Μέλλονταςθα ευημερήσω / θα ευημερώθα ευημερήσεις / θα ευημερείςθα ευημερήσει / θα ευημερείθα ευημερήσουμε / θα ευημερούμεθα ευημερήσετε / θα ευημερείτεθα ευημερήσουν / θα ευημερήσουνε / θα ευημερούν / θα ευημερούνε
Παρακείμενοςέχω ευημερήσειέχεις ευημερήσειέχει ευημερήσειέχουμε ευημερήσειέχετε ευημερήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ευημερήσειείχες ευημερήσειείχε ευημερήσειείχαμε ευημερήσει——
Υποτακτικήνα έχω ευημερήσει / να ευημερήσω / να ευημερώνα έχεις ευημερήσει / να ευημερήσεις / να ευημερείςνα έχει ευημερήσει / να ευημερήσει / να ευημερείνα έχουμε ευημερήσει / να ευημερήσουμε / να ευημερούμενα έχετε ευημερήσει / να ευημερήσετε / να ευημερείτενα ευημερήσουν / να ευημερήσουνε / να ευημερούν / να ευημερούνε
Προστακτική—ευημέρει / ευημέρησε——ευημερήστε / ευημερείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →