Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευθυγραμμία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η τοποθέτηση πραγμάτων σε ευθεία γραμμή Βικιλεξικό
    • Τα αποτελέσματα αυτών δείχνουν ότι οι προτεινόμενες προσεγγίσεις είναι αποτελεσματικές, ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη προσαρμογέων υποδειγμάτων διεπαφών που λειτουργούν κατά το χρόνο εκτέλεσης κι ότι μπορούν να παρέχουν μια μέθοδο για την αποδοτική αποτίμηση της υποκαταστασιμότητας και της ευθυγραμμίας μεταξύ διιστάμενων, σχετικά με το ακολουθούμενο υπόδειγμα σχεδιασμού, διεπαφών υπηρεσιών. (*)
  2. το να είναι κάποιος ή κάτι ευθύγραμμο(ς), η ιδιότητα του ευθύγραμμου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευθυγραμμία < ευθύγραμμος + -ία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική alignement)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευθυγραμμίαευθυγραμμίες
Γενικήευθυγραμμίαςευθυγραμμιών
Αιτιατικήευθυγραμμίαευθυγραμμίες
Κλητικήευθυγραμμίαευθυγραμμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →