ευθυγραμμισμένος
•
- που έχει τοποθετηθεί σε ευθεία γραμμή με άλλον Βικιλεξικό
- πολιτική, (οικονομία): (μεταφορικά): που ακολουθεί πιστά μία άποψη, θέση, σχεδιασμό, προγραμματισμό, δόγμα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθυγραμμισμένος < ευθυγραμμίζω
Άλλοι τύποι
ευθυγραμμισμέναευθυγραμμισμένεευθυγραμμισμένεςευθυγραμμισμένηευθυγραμμισμένηςευθυγραμμισμένοευθυγραμμισμένοιευθυγραμμισμένοςευθυγραμμισμένουευθυγραμμισμένουςευθυγραμμισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →