ευθυμολογώ
•
- είμαι ευθυμολόγος, λέω ευθυμολογίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθυμολογώ < ευθυμολόγος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευθυμολογώ | ευθυμολογείς | ευθυμολογεί | ευθυμολογούμε | ευθυμολογείτε | ευθυμολογούν / ευθυμολογούνε |
| Παρατατικός | ευθυμολογούσα | ευθυμολογούσες | ευθυμολογούσε | ευθυμολογούσαμε | ευθυμολογούσατε | ευθυμολογούσαν / ευθυμολογούσανε |
| Αόριστος | ευθυμολόγησα | ευθυμολόγησες | ευθυμολόγησε | ευθυμολογήσαμε | ευθυμολογήσατε | ευθυμολογήσαν / ευθυμολογήσανε / ευθυμολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα ευθυμολογήσω / θα ευθυμολογώ | θα ευθυμολογήσεις / θα ευθυμολογείς | θα ευθυμολογήσει / θα ευθυμολογεί | θα ευθυμολογήσουμε / θα ευθυμολογούμε | θα ευθυμολογήσετε / θα ευθυμολογείτε | θα ευθυμολογήσουν / θα ευθυμολογήσουνε / θα ευθυμολογούν / θα ευθυμολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω ευθυμολογήσει | έχεις ευθυμολογήσει | έχει ευθυμολογήσει | έχουμε ευθυμολογήσει | έχετε ευθυμολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευθυμολογήσει | είχες ευθυμολογήσει | είχε ευθυμολογήσει | είχαμε ευθυμολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευθυμολογήσει / να ευθυμολογήσω / να ευθυμολογώ | να έχεις ευθυμολογήσει / να ευθυμολογήσεις / να ευθυμολογείς | να έχει ευθυμολογήσει / να ευθυμολογήσει / να ευθυμολογεί | να έχουμε ευθυμολογήσει / να ευθυμολογήσουμε / να ευθυμολογούμε | να έχετε ευθυμολογήσει / να ευθυμολογήσετε / να ευθυμολογείτε | να ευθυμολογήσουν / να ευθυμολογήσουνε / να ευθυμολογούν / να ευθυμολογούνε |
| Προστακτική | — | ευθυμολόγει / ευθυμολόγησε | — | — | ευθυμολογήστε / ευθυμολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →