ευθυνόφοβος
•
- που φοβάται να αναλάβει μία ευθύνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθυνόφοβος < ευθύνη + -ο- + φόβος + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθυνόφοβος | ευθυνόφοβη | ευθυνόφοβο |
| Γενική | ευθυνόφοβου | ευθυνόφοβης | ευθυνόφοβου |
| Αιτιατική | ευθυνόφοβο | ευθυνόφοβη | ευθυνόφοβο |
| Κλητική | ευθυνόφοβε | ευθυνόφοβη | ευθυνόφοβο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθυνόφοβοι | ευθυνόφοβες | ευθυνόφοβα |
| Γενική | ευθυνόφοβων | ευθυνόφοβων | ευθυνόφοβων |
| Αιτιατική | ευθυνόφοβους | ευθυνόφοβες | ευθυνόφοβα |
| Κλητική | ευθυνόφοβοι | ευθυνόφοβες | ευθυνόφοβα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →