ευθύαυλος
•
- μουσικό όργανοτο κλαρινέτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθύαυλος < καθαρεύουσα εὐθύαυλος, κατά το πλαγίαυλος. Μορφολογικά, ευθύ- + αυλός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθύαυλος | ευθύαυλοι |
| Γενική | ευθυαύλου / ευθύαυλου | ευθυαύλων / ευθύαυλων |
| Αιτιατική | ευθύαυλο | ευθυαύλους / ευθύαυλους |
| Κλητική | ευθύαυλε | ευθύαυλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →