Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευθύαυλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μουσικό όργανοτο κλαρινέτο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευθύαυλος < καθαρεύουσα εὐθύαυλος, κατά το πλαγίαυλος. Μορφολογικά, ευθύ- + αυλός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευθύαυλοςευθύαυλοι
Γενικήευθυαύλου / ευθύαυλουευθυαύλων / ευθύαυλων
Αιτιατικήευθύαυλοευθυαύλους / ευθύαυλους
Κλητικήευθύαυλεευθύαυλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →