Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευθύγραμμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε ευθεία γραμμή Βικιλεξικό
  2. γεωμετρίαπου αποτελείται από ευθείες γραμμές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευθύγραμμος < ευθύ(ς) + -γραμμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευθύγραμμοςευθύγραμμηευθύγραμμο
Γενικήευθύγραμμουευθύγραμμηςευθύγραμμου
Αιτιατικήευθύγραμμοευθύγραμμηευθύγραμμο
Κλητικήευθύγραμμεευθύγραμμηευθύγραμμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευθύγραμμοιευθύγραμμεςευθύγραμμα
Γενικήευθύγραμμωνευθύγραμμωνευθύγραμμων
Αιτιατικήευθύγραμμουςευθύγραμμεςευθύγραμμα
Κλητικήευθύγραμμοιευθύγραμμεςευθύγραμμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →