ευθύγραμμος
•
- που βρίσκεται σε ευθεία γραμμή Βικιλεξικό
- γεωμετρίαπου αποτελείται από ευθείες γραμμές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθύγραμμος < ευθύ(ς) + -γραμμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθύγραμμος | ευθύγραμμη | ευθύγραμμο |
| Γενική | ευθύγραμμου | ευθύγραμμης | ευθύγραμμου |
| Αιτιατική | ευθύγραμμο | ευθύγραμμη | ευθύγραμμο |
| Κλητική | ευθύγραμμε | ευθύγραμμη | ευθύγραμμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθύγραμμοι | ευθύγραμμες | ευθύγραμμα |
| Γενική | ευθύγραμμων | ευθύγραμμων | ευθύγραμμων |
| Αιτιατική | ευθύγραμμους | ευθύγραμμες | ευθύγραμμα |
| Κλητική | ευθύγραμμοι | ευθύγραμμες | ευθύγραμμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →