ευθύτητα
•
- η ιδιότητα του να είναι κάποιος ευθύς Βικιλεξικό
- η ειλικρίνεια, η αμεσότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθύτητα < ευθύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθύτητα | ευθύτητες |
| Γενική | ευθύτητας | ευθυτήτων |
| Αιτιατική | ευθύτητα | ευθύτητες |
| Κλητική | ευθύτητα | ευθύτητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →