Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευκλείδειος

/efˈkli.ði.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωμετρίαπου αναφέρεται ή αποδίδεται στον μαθηματικό Ευκλείδη Βικιλεξικό
    • ευκλείδειος χώρος, ευκλείδεια γεωμετρία
  2. που αναφέρεται στην περίοδο που ήταν άρχοντας της αρχαίας Αθήνας ο Ευκλείδης, κυρίως για την καθιέρωση του ιωνικού αλφαβήτου στην Αθήνα που έγινε τότε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευκλείδειος < αρχαίο όνομα Εὐκλείδ(ης), από την ελληνιστική περίοδο για το γεωμέτρη Ευκλείδη + -ειος λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική euclidien < λατινική Euclides < (ελληνιστική κοινή) Εὐκλείδ(ης) + -ien (-ειος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευκλείδειοςευκλείδεια / ευκλείδειοςευκλείδειο
Γενικήευκλείδειου / ευκλειδείουευκλείδειας / ευκλειδείουευκλείδειου / ευκλειδείου
Αιτιατικήευκλείδειοευκλείδεια / ευκλείδειοευκλείδειο
Κλητικήευκλείδειεευκλείδεια / ευκλείδειεευκλείδειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευκλείδειοιευκλείδειες / ευκλείδειοιευκλείδεια
Γενικήευκλείδειων / ευκλειδείωνευκλείδειων / ευκλειδείωνευκλείδειων / ευκλειδείων
Αιτιατικήευκλείδειους / ευκλειδείουςευκλείδειες / ευκλειδείουςευκλείδεια
Κλητικήευκλείδειοιευκλείδειες / ευκλείδειοιευκλείδεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →