Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευκλεώς

επίρρημα
•
  1. λόγιοένδοξα Βικιλεξικό
    • Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατ’ ευκλεώς· τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.

Ετυμολογία

ευκλεώς < αρχαία ελληνική εὐκλεῶς < εὐκλεής < εὖ + κλέος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →