ευκλεώς
•
- λόγιοένδοξα Βικιλεξικό
- Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατ’ ευκλεώς· τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.
Ετυμολογία
ευκλεώς < αρχαία ελληνική εὐκλεῶς < εὐκλεής < εὖ + κλέος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →