ευκολάκι
•
- οικείοεύκολο ή πανεύκολο πρόβλημα, συνταγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευκολάκι < ουδέτερο του επιθέτου εύκολος: εύκολ(ο) + υποκοριστικό επίθημα -άκι, νεολογισμός του τέλους του 20ου αιώνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκολάκι | ευκολάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ευκολάκι | ευκολάκια |
| Κλητική | ευκολάκι | ευκολάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →