ευκολομετακόμιστος
•
- που ημετακόμισή του γίνεται με εύκολο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευκολομετακόμιστος < εύκολος + -ο- + μετακομίζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκολομετακόμιστος | ευκολομετακόμιστη | ευκολομετακόμιστο |
| Γενική | ευκολομετακόμιστου | ευκολομετακόμιστης | ευκολομετακόμιστου |
| Αιτιατική | ευκολομετακόμιστο | ευκολομετακόμιστη | ευκολομετακόμιστο |
| Κλητική | ευκολομετακόμιστε | ευκολομετακόμιστη | ευκολομετακόμιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκολομετακόμιστοι | ευκολομετακόμιστες | ευκολομετακόμιστα |
| Γενική | ευκολομετακόμιστων | ευκολομετακόμιστων | ευκολομετακόμιστων |
| Αιτιατική | ευκολομετακόμιστους | ευκολομετακόμιστες | ευκολομετακόμιστα |
| Κλητική | ευκολομετακόμιστοι | ευκολομετακόμιστες | ευκολομετακόμιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →