ευκολομνημόνευτος
•
- που εύκολα χαράσσεται/αποτυπώνεται στην μνήμη Βικιλεξικό
- που εύκολα τον θυμάσαι και δύσκολα τον ξεχνάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευκολομνημόνευτος < ευκολο- + -μνημονευτ- (απομνημονεύω) με αποκοπή του απο- + -τος < ευμνημόνευτος < εσωτερικό (μεταφραστικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐμνημόνευτος κατά το αξιομνημόνευτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκολομνημόνευτος | ευκολομνημόνευτη | ευκολομνημόνευτο |
| Γενική | ευκολομνημόνευτου | ευκολομνημόνευτης | ευκολομνημόνευτου |
| Αιτιατική | ευκολομνημόνευτο | ευκολομνημόνευτη | ευκολομνημόνευτο |
| Κλητική | ευκολομνημόνευτε | ευκολομνημόνευτη | ευκολομνημόνευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκολομνημόνευτοι | ευκολομνημόνευτες | ευκολομνημόνευτα |
| Γενική | ευκολομνημόνευτων | ευκολομνημόνευτων | ευκολομνημόνευτων |
| Αιτιατική | ευκολομνημόνευτους | ευκολομνημόνευτες | ευκολομνημόνευτα |
| Κλητική | ευκολομνημόνευτοι | ευκολομνημόνευτες | ευκολομνημόνευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →