ευκτική
•
- γραμματικήέγκλιση του ρήματος σε γλώσσες όπως η αρχαία ελληνική· μερικές από τις χρήσεις της είναι η δήλωση της ευχής, της δυνατότητας, της επανάληψης καθώς και στον πλάγιο λόγο και σε υποθετικούς λόγους Βικιλεξικό
- ὃ μὴ γένοιτο (ο μη γένοιτο)
- δυνητική/ευχετική ευκτική.
- ευκτική του πλαγίου λόγου
Ετυμολογία
ευκτική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐκτική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκτική | ευκτικές |
| Γενική | ευκτικής | ευκτικών |
| Αιτιατική | ευκτική | ευκτικές |
| Κλητική | ευκτική | ευκτικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →