Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευκτική

/ef.ktiˈci/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραμματικήέγκλιση του ρήματος σε γλώσσες όπως η αρχαία ελληνική· μερικές από τις χρήσεις της είναι η δήλωση της ευχής, της δυνατότητας, της επανάληψης καθώς και στον πλάγιο λόγο και σε υποθετικούς λόγους Βικιλεξικό
    • ὃ μὴ γένοιτο (ο μη γένοιτο)
    • δυνητική/ευχετική ευκτική.
    • ευκτική του πλαγίου λόγου

Ετυμολογία

ευκτική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐκτική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευκτικήευκτικές
Γενικήευκτικήςευκτικών
Αιτιατικήευκτικήευκτικές
Κλητικήευκτικήευκτικές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →