ευκόσμως
•
- παρωχημένομε ευκοσμιότητα, με ευπρέπεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευκόσμως < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐκόσμως < εὔκοσμος. Συγχρονικά αναλύεται σε εύκοσμ(ος) + -ως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →