ευλαβικός
•
- που φέρεται με ευλάβεια ή γίνεται με ευλάβεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευλαβικός < ευλαβής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευλαβικός | ευλαβική | ευλαβικό |
| Γενική | ευλαβικού | ευλαβικής | ευλαβικού |
| Αιτιατική | ευλαβικό | ευλαβική | ευλαβικό |
| Κλητική | ευλαβικέ | ευλαβική | ευλαβικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευλαβικοί | ευλαβικές | ευλαβικά |
| Γενική | ευλαβικών | ευλαβικών | ευλαβικών |
| Αιτιατική | ευλαβικούς | ευλαβικές | ευλαβικά |
| Κλητική | ευλαβικοί | ευλαβικές | ευλαβικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →