Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευλογημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. αυτός που ευλογήθηκε Βικιλεξικό
  2. ο δοξασμένος Βικιλεξικό
  3. ευφημιστικά για δήλωση στενοχώριας, δυσαρέσκειας, επίκρισης Βικιλεξικό
    • Τι τον έπιασε τον ευλογημένο και πήγε και του τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι!

Ετυμολογία

ευλογημένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος ευλογώ· (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή εὐλογημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του εὐλογῶ

Άλλοι τύποι

ευλογημέναευλογημένεευλογημένεςευλογημένηευλογημένηςευλογημένοευλογημένοιευλογημένοςευλογημένουευλογημένουςευλογημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →