ευλογημένος
•
- αυτός που ευλογήθηκε Βικιλεξικό
- ο δοξασμένος Βικιλεξικό
- ευφημιστικά για δήλωση στενοχώριας, δυσαρέσκειας, επίκρισης Βικιλεξικό
- Τι τον έπιασε τον ευλογημένο και πήγε και του τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι!
Ετυμολογία
ευλογημένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος ευλογώ· (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή εὐλογημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του εὐλογῶ
Άλλοι τύποι
ευλογημέναευλογημένεευλογημένεςευλογημένηευλογημένηςευλογημένοευλογημένοιευλογημένοςευλογημένουευλογημένουςευλογημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →