Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευλογητάριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θρησκείατροπάριο, στο οποίο προτάσσεται ο στίχος «εὐλογητός ὁ θεός» Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευλογητάριο < μεσαιωνική ελληνική εὐλογητάριον < ελληνιστική κοινή εὐλογητός < αρχαία ελληνική εὐλογέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευλογητάριοευλογητάρια
Γενικήευλογητάριου / ευλογηταρίουευλογηταρίων
Αιτιατικήευλογητάριοευλογητάρια
Κλητικήευλογητάριοευλογητάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →