ευλογιά
•
- ιατρικήλοιμική επιδημική νόσος που οφείλεται σε ιούς (Variola major ή Variola minor) και προκαλεί ερυθηματώδη εξανθήματα και αργότερα φουσκάλες γεμάτες υγρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευλογιά < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική εὐλογιά < εὐλογία (ευφημισμός) < αρχαία ελληνική εὐλογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευλογιά | ευλογιές |
| Γενική | ευλογιάς | ευλογιών |
| Αιτιατική | ευλογιά | ευλογιές |
| Κλητική | ευλογιά | ευλογιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →