Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευλογιά

/e.vloˈʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήλοιμική επιδημική νόσος που οφείλεται σε ιούς (Variola major ή Variola minor) και προκαλεί ερυθηματώδη εξανθήματα και αργότερα φουσκάλες γεμάτες υγρό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευλογιά < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική εὐλογιά < εὐλογία (ευφημισμός) < αρχαία ελληνική εὐλογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευλογιάευλογιές
Γενικήευλογιάςευλογιών
Αιτιατικήευλογιάευλογιές
Κλητικήευλογιάευλογιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ευλογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευλογώ Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: ευλόγηση
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευλογώ Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευλογώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευλογία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐλογία (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική εὐλογία (καλός λόγος, έπαινος) < εὖ + -λογία, λέγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευλογίαευλογίες
Γενικήευλογίαςευλογιών
Αιτιατικήευλογίαευλογίες
Κλητικήευλογίαευλογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →