Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευμαρής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου ζει σε ευμάρεια Βικιλεξικό
    • Στην περιπέτεια μπήκαν πολλοί από τη μεσαία τάξη της τότε εποχής, θα μπορούσα να πω πως στην πρώτη γραμμή της αγγλικής κατασκοπείας βρίσκονταν πρώην ευμαρή στρώματα. (@tanea.gr)
    • Πώς μπορούν τα ευμαρή κράτη να καμαρώνουν για την οικονομική επιτυχία τους όταν δεν μπορούν να λύσουν τα προβλήματα της ανθρωπότητας; (@tovima.gr)

Ετυμολογία

ευμαρής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐμαρής < εὖ + μάρη (χέρι)· παραβάλετε το εὐχερής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευμαρήςευμαρήςευμαρές / ευμαρες
Γενικήευμαρούςευμαρούςευμαρούς
Αιτιατικήευμαρήευμαρήευμαρές
Κλητικήευμαρή / ευμαρήςευμαρήςευμαρές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευμαρείςευμαρείςευμαρή
Γενικήευμαρώνευμαρώνευμαρών
Αιτιατικήευμαρείςευμαρείςευμαρή
Κλητικήευμαρείςευμαρείςευμαρή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →