ευμεταβλητότητα
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι ευμετάβλητο(ς), η ιδιότητα του ευμετάβλητου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευμεταβλητότητα < ευμετάβλητος + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευμεταβλητότητα | ευμεταβλητότητες |
| Γενική | ευμεταβλητότητας | ευμεταβλητοτήτων |
| Αιτιατική | ευμεταβλητότητα | ευμεταβλητότητες |
| Κλητική | ευμεταβλητότητα | ευμεταβλητότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →