Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευμοιρώ

/ev.miˈɾo/ρήμα
•
  1. είμαι τυχερός που κατέχω κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευμοιρώ < αρχαία ελληνική εὐμοιρέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςευμοιρώευμοιρείςευμοιρείευμοιρούμεευμοιρείτεευμοιρούν / ευμοιρούνε
Παρατατικόςευμοιρούσαευμοιρούσεςευμοιρούσεευμοιρούσαμεευμοιρούσατεευμοιρούσαν / ευμοιρούσανε
Αόριστοςευμοίρησαευμοίρησεςευμοίρησεευμοιρήσαμεευμοιρήσατεευμοίρησαν / ευμοιρήσαν / ευμοιρήσανε
Μέλλονταςθα ευμοιρήσω / θα ευμοιρώθα ευμοιρήσεις / θα ευμοιρείςθα ευμοιρήσει / θα ευμοιρείθα ευμοιρήσουμε / θα ευμοιρούμεθα ευμοιρήσετε / θα ευμοιρείτεθα ευμοιρήσουν / θα ευμοιρήσουνε / θα ευμοιρούν / θα ευμοιρούνε
Παρακείμενοςέχω ευμοιρήσειέχεις ευμοιρήσειέχει ευμοιρήσειέχουμε ευμοιρήσειέχετε ευμοιρήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ευμοιρήσειείχες ευμοιρήσειείχε ευμοιρήσειείχαμε ευμοιρήσει——
Υποτακτικήνα έχω ευμοιρήσει / να ευμοιρήσω / να ευμοιρώνα έχεις ευμοιρήσει / να ευμοιρήσεις / να ευμοιρείςνα έχει ευμοιρήσει / να ευμοιρήσει / να ευμοιρείνα έχουμε ευμοιρήσει / να ευμοιρήσουμε / να ευμοιρούμενα έχετε ευμοιρήσει / να ευμοιρήσετε / να ευμοιρείτενα ευμοιρήσουν / να ευμοιρήσουνε / να ευμοιρούν / να ευμοιρούνε
Προστακτική—ευμοίρει / ευμοίρησε——ευμοιρήστε / ευμοιρείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →