ευμοιρώ
•
- είμαι τυχερός που κατέχω κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευμοιρώ < αρχαία ελληνική εὐμοιρέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευμοιρώ | ευμοιρείς | ευμοιρεί | ευμοιρούμε | ευμοιρείτε | ευμοιρούν / ευμοιρούνε |
| Παρατατικός | ευμοιρούσα | ευμοιρούσες | ευμοιρούσε | ευμοιρούσαμε | ευμοιρούσατε | ευμοιρούσαν / ευμοιρούσανε |
| Αόριστος | ευμοίρησα | ευμοίρησες | ευμοίρησε | ευμοιρήσαμε | ευμοιρήσατε | ευμοίρησαν / ευμοιρήσαν / ευμοιρήσανε |
| Μέλλοντας | θα ευμοιρήσω / θα ευμοιρώ | θα ευμοιρήσεις / θα ευμοιρείς | θα ευμοιρήσει / θα ευμοιρεί | θα ευμοιρήσουμε / θα ευμοιρούμε | θα ευμοιρήσετε / θα ευμοιρείτε | θα ευμοιρήσουν / θα ευμοιρήσουνε / θα ευμοιρούν / θα ευμοιρούνε |
| Παρακείμενος | έχω ευμοιρήσει | έχεις ευμοιρήσει | έχει ευμοιρήσει | έχουμε ευμοιρήσει | έχετε ευμοιρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευμοιρήσει | είχες ευμοιρήσει | είχε ευμοιρήσει | είχαμε ευμοιρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευμοιρήσει / να ευμοιρήσω / να ευμοιρώ | να έχεις ευμοιρήσει / να ευμοιρήσεις / να ευμοιρείς | να έχει ευμοιρήσει / να ευμοιρήσει / να ευμοιρεί | να έχουμε ευμοιρήσει / να ευμοιρήσουμε / να ευμοιρούμε | να έχετε ευμοιρήσει / να ευμοιρήσετε / να ευμοιρείτε | να ευμοιρήσουν / να ευμοιρήσουνε / να ευμοιρούν / να ευμοιρούνε |
| Προστακτική | — | ευμοίρει / ευμοίρησε | — | — | ευμοιρήστε / ευμοιρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →