ευνήκτης
•
- φίδιγένος φιδιών Eunectes, ονομασία που αναφέρεται στα φίδια γνωστά ως ανακόντα^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευνήκτης < ευ + νήκτης (< νήχω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευνήκτης | ευνήκτες |
| Γενική | ευνήκτη | ευνηκτών |
| Αιτιατική | ευνήκτη | ευνήκτες |
| Κλητική | ευνήκτη | ευνήκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →