ευορκία
•
- λόγιοτο να τηρεί κάποιος τον όρκο του, η ιδιότητα του εύορκου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευορκία < αρχαία ελληνική εὐορκία < εὔορκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευορκία | ευορκίες |
| Γενική | ευορκίας | ευορκιών |
| Αιτιατική | ευορκία | ευορκίες |
| Κλητική | ευορκία | ευορκίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →