ευποιία
•
- λόγιοσυνώνυμο του αγαθοεργία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευποιία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐποιΐα < εὗ + -ποιία (ποιῶ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευποιία | ευποιίες |
| Γενική | ευποιίας | ευποιιών |
| Αιτιατική | ευποιία | ευποιίες |
| Κλητική | ευποιία | ευποιίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →