ευπορώ
•
- είμαι εύπορος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευπορώ < αρχαία ελληνική εὐπορέω / εὐπορῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευπορώ | ευπορείς | ευπορεί | ευπορούμε | ευπορείτε | ευπορούν / ευπορούνε |
| Παρατατικός | ευπορούσα | ευπορούσες | ευπορούσε | ευπορούσαμε | ευπορούσατε | ευπορούσαν / ευπορούσανε |
| Αόριστος | ευπόρησα | ευπόρησες | ευπόρησε | ευπορήσαμε | ευπορήσατε | ευπορήσαν / ευπορήσανε / ευπόρησαν |
| Μέλλοντας | θα ευπορήσω / θα ευπορώ | θα ευπορήσεις / θα ευπορείς | θα ευπορήσει / θα ευπορεί | θα ευπορήσουμε / θα ευπορούμε | θα ευπορήσετε / θα ευπορείτε | θα ευπορήσουν / θα ευπορήσουνε / θα ευπορούν / θα ευπορούνε |
| Παρακείμενος | έχω ευπορήσει | έχεις ευπορήσει | έχει ευπορήσει | έχουμε ευπορήσει | έχετε ευπορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευπορήσει | είχες ευπορήσει | είχε ευπορήσει | είχαμε ευπορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευπορήσει / να ευπορήσω / να ευπορώ | να έχεις ευπορήσει / να ευπορήσεις / να ευπορείς | να έχει ευπορήσει / να ευπορήσει / να ευπορεί | να έχουμε ευπορήσει / να ευπορήσουμε / να ευπορούμε | να έχετε ευπορήσει / να ευπορήσετε / να ευπορείτε | να ευπορήσουν / να ευπορήσουνε / να ευπορούν / να ευπορούνε |
| Προστακτική | — | ευπόρει / ευπόρησε | — | — | ευπορήστε / ευπορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →