Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευπρεπώς

/ef.pɾeˈpos/επίρρημα
•
  1. λόγιομε ευπρεπή τρόπο Βικιλεξικό
    • Θα μπορούσε να μην είχε αναφέρει το δράμα της την πρώτη ημέρα της συνάντησής τους. Ν' αφήσει το σπίτι της, να βρει μια κάμαρα και να ζει ευπρεπώς από την οικοδιδασκαλία. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκη, 2014)

Ετυμολογία

ευπρεπώς < αρχαία ελληνική εὐπρεπῶς < εὐπρεπής

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →