ευπροσήγορα
•
- με ευπροσήγορο τρόπο Βικιλεξικό
- Τους κοίταξε όλους, σα να τους έλεγε ευπροσήγορα να συνεχίσουν.
Ετυμολογία
ευπροσήγορα < ευπροσήγορ(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ευπροσήγορα < ευπροσήγορ(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →