ευρεσιτέχνης
•
- αυτός που κατέχει πιστοποιητικό ευρεσιτεχνίας Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεπινοητικός, εφευρετικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευρεσιτέχνης < ευρεσιτεχνία + -ης (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευρεσιτέχνης | ευρεσιτέχνες |
| Γενική | ευρεσιτέχνη | ευρεσιτεχνών |
| Αιτιατική | ευρεσιτέχνη | ευρεσιτέχνες |
| Κλητική | ευρεσιτέχνη | ευρεσιτέχνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →