ευρηματικός
•
- που χαρακτηρίζεται από την ικανότητα να δίνει πρωτότυπες και αποτελεσματικές λύσεις, ο επινοητικός Βικιλεξικό
- ευρηματικός επιστήμονας
- που χαρακτηρίζεται ως έξυπνο και πρωτότυπο αποτέλεσμα δουλειάς ή σκέψης Βικιλεξικό
- Με τον ευρηματικό και ανατρεπτικό του στίχο ο Διονύσης Σαββόπουλος έγινε φωνή και καθρέφτης του νεοέλληνα. (Η Ελλάδα αποχαιρετά τον «Νιόνιο» της: Μεγάλη θλίψη και σεβασμός στο τεράστιο έργο του – Το Σάββατο το τελευταίο αντίο, ertnews.gr, 22/10/25 https://www.ertnews.gr/eidiseis/politismos/i-ellada-apoxaireta-ton-nionio-tis-megali-thlipsi-kai-sevasmos-sto-terastio-ergo-tou-to-savvato-to-teleytaio-antio/)
Ετυμολογία
ευρηματικός < εύρημα + -ικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευρηματικός | ευρηματική | ευρηματικό |
| Γενική | ευρηματικού | ευρηματικής | ευρηματικού |
| Αιτιατική | ευρηματικό | ευρηματική | ευρηματικό |
| Κλητική | ευρηματικέ | ευρηματική | ευρηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευρηματικοί | ευρηματικές | ευρηματικά |
| Γενική | ευρηματικών | ευρηματικών | ευρηματικών |
| Αιτιατική | ευρηματικούς | ευρηματικές | ευρηματικά |
| Κλητική | ευρηματικοί | ευρηματικές | ευρηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →