Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευρωεκλογές

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήψηφοφορία σε εθνικό επίπεδο ανά κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκλογή ευρωβουλευτών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευρωεκλογές < ευρω- + εκλογές

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευρωεκλογέςευρωεκλογές
Γενική—ευρωεκλογών
Αιτιατική—ευρωεκλογές
Κλητική—ευρωεκλογές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →