ευρωκάλπη
•
- νεολογισμόςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών Βικιλεξικό
- νεολογισμόςκάλπη που χρησιμοποιείται όταν διεξάγονται ευρωεκλογές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευρωκάλπη (νεολογισμός) < ευρω- + κάλπη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευρωκάλπη | ευρωκάλπες |
| Γενική | ευρωκάλπης | ευρωκαλπών |
| Αιτιατική | ευρωκάλπη | ευρωκάλπες |
| Κλητική | ευρωκάλπη | ευρωκάλπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →