ευρωομόλογο
•
- νεολογισμόςομόλογο δανεισμού που πωλείται ταυτόχρονα σε πολλές (ευρωπαϊκές ή / και άλλες) αγορές Βικιλεξικό
- νεολογισμόςκρατικά ομόλογα σε ευρώ που εκδίδονται από κοινού από (διάφορα ή / και όλα τα) κράτη της ευρωζώνης Βικιλεξικό
- Η Γερμανία είναι υπερεξαρτημένη από τις εξαγωγές, ενώ η Ελλάδα είναι υπερεξαρτημένη από το δανεισμό σαν «ηρωίνη» και χρειάζεται μεταβατικά τη «μεθαδόνη», το φθηνότερο δανεισμό μέσω ευρωομολόγου. (Μίμης Ανδρουλάκης, Ε, Πρόεδρε!, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
Ετυμολογία
ευρωομόλογο < ευρω- + ομόλογο, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Eurobond
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευρωομόλογο | ευρωομόλογα |
| Γενική | ευρωομολόγου / ευρωομόλογου | ευρωομολόγων / ευρωομόλογων |
| Αιτιατική | ευρωομόλογο | ευρωομόλογα |
| Κλητική | ευρωομόλογο | ευρωομόλογα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →