ευρωστία
•
- σωματική δύναμη και υγεία, ισχύς Βικιλεξικό
- μεταφορικάισχύς, ακμή Βικιλεξικό
- οικονομική ευρωστία
Ετυμολογία
ευρωστία < αρχαία ελληνική εὐρωστία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευρωστία | ευρωστίες |
| Γενική | ευρωστίας | ευρωστιών |
| Αιτιατική | ευρωστία | ευρωστίες |
| Κλητική | ευρωστία | ευρωστίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →