ευρύστερνος
•
- που έχει ευρύ στέρνο Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΕ΄ @papadiamantis.org (ΙΕ στη Βικιθήκη)
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Χρήστος Χωμενίδης, 1966‑ Ο κόσμος στα μέτρα του, αρχική δημοσίευση: (2012), εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2016, ISBN 9789601645704, @google.gr/books
Ετυμολογία
ευρύστερνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐρύστερνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευρύστερνος | ευρύστερνη | ευρύστερνο |
| Γενική | ευρύστερνου | ευρύστερνης | ευρύστερνου |
| Αιτιατική | ευρύστερνο | ευρύστερνη | ευρύστερνο |
| Κλητική | ευρύστερνε | ευρύστερνη | ευρύστερνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευρύστερνοι | ευρύστερνες | ευρύστερνα |
| Γενική | ευρύστερνων | ευρύστερνων | ευρύστερνων |
| Αιτιατική | ευρύστερνους | ευρύστερνες | ευρύστερνα |
| Κλητική | ευρύστερνοι | ευρύστερνες | ευρύστερνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →