ευσεβισμός
•
- θρησκείαλουθηρανικό κίνημα συγγενικό με τον πουριτανισμό μα διαφέρει στον ρόλο που θέτει για την θρησκεία στη διακυβέρνηση, διαποτισμός της καθημερινότητας με θρησκευτικό πνεύμα και συναίσθημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευσεβισμός < ευσεβής + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευσεβισμός | ευσεβισμοί |
| Γενική | ευσεβισμού | ευσεβισμών |
| Αιτιατική | ευσεβισμό | ευσεβισμούς |
| Κλητική | ευσεβισμέ | ευσεβισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →