ευσπλαγχνίζομαι
•
- λόγιοδείχνω ευσπλαχνία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευσπλαγχνίζομαι < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευσπλαγχνίζομαι | ευσπλαγχνίζεσαι | ευσπλαγχνίζεται | ευσπλαγχνιζόμαστε | ευσπλαγχνίζεστε | ευσπλαγχνίζονται |
| Παρατατικός | ευσπλαγχνιζόμουν / ευσπλαγχνιζόμουνα | ευσπλαγχνιζόσουν / ευσπλαγχνιζόσουνα | ευσπλαγχνιζόταν / ευσπλαγχνιζότανε | ευσπλαγχνιζόμασταν / ευσπλαγχνιζόμαστε | ευσπλαγχνιζόσασταν / ευσπλαγχνιζόσαστε | ευσπλαγχνίζονταν / ευσπλαγχνιζόντουσαν |
| Αόριστος | ευσπλαγχνίστηκα | ευσπλαγχνίστηκες | ευσπλαγχνίστηκε | ευσπλαγχνιστήκαμε | ευσπλαγχνιστήκατε | ευσπλαγχνίστηκαν / ευσπλαγχνιστήκαν / ευσπλαγχνιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ευσπλαγχνίζομαι / θα ευσπλαγχνιστώ | θα ευσπλαγχνίζεσαι / θα ευσπλαγχνιστείς | θα ευσπλαγχνίζεται / θα ευσπλαγχνιστεί | θα ευσπλαγχνιζόμαστε / θα ευσπλαγχνιστούμε | θα ευσπλαγχνίζεστε / θα ευσπλαγχνιστείτε | θα ευσπλαγχνίζονται / θα ευσπλαγχνιστούν / θα ευσπλαγχνιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ευσπλαγχνιστεί | έχεις ευσπλαγχνιστεί | έχει ευσπλαγχνιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευσπλαγχνιστεί | είχες ευσπλαγχνιστεί | είχε ευσπλαγχνιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευσπλαγχνιστεί / να ευσπλαγχνίζομαι / να ευσπλαγχνιστώ | να έχεις ευσπλαγχνιστεί / να ευσπλαγχνίζεσαι / να ευσπλαγχνιστείς | να έχει ευσπλαγχνιστεί / να ευσπλαγχνίζεται / να ευσπλαγχνιστεί | να ευσπλαγχνιζόμαστε / να ευσπλαγχνιστούμε | να ευσπλαγχνίζεστε / να ευσπλαγχνιστείτε | να ευσπλαγχνίζονται / να ευσπλαγχνιστούν / να ευσπλαγχνιστούνε |
| Προστακτική | — | ευσπλαγχνίζου / ευσπλαγχνίσου | — | — | ευσπλαγχνίζεστε / ευσπλαγχνιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →