Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευσπλαγχνίζομαι

ρήμα
•
  1. λόγιοδείχνω ευσπλαχνία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευσπλαγχνίζομαι < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςευσπλαγχνίζομαιευσπλαγχνίζεσαιευσπλαγχνίζεταιευσπλαγχνιζόμαστεευσπλαγχνίζεστεευσπλαγχνίζονται
Παρατατικόςευσπλαγχνιζόμουν / ευσπλαγχνιζόμουναευσπλαγχνιζόσουν / ευσπλαγχνιζόσουναευσπλαγχνιζόταν / ευσπλαγχνιζότανεευσπλαγχνιζόμασταν / ευσπλαγχνιζόμαστεευσπλαγχνιζόσασταν / ευσπλαγχνιζόσαστεευσπλαγχνίζονταν / ευσπλαγχνιζόντουσαν
Αόριστοςευσπλαγχνίστηκαευσπλαγχνίστηκεςευσπλαγχνίστηκεευσπλαγχνιστήκαμεευσπλαγχνιστήκατεευσπλαγχνίστηκαν / ευσπλαγχνιστήκαν / ευσπλαγχνιστήκανε
Μέλλονταςθα ευσπλαγχνίζομαι / θα ευσπλαγχνιστώθα ευσπλαγχνίζεσαι / θα ευσπλαγχνιστείςθα ευσπλαγχνίζεται / θα ευσπλαγχνιστείθα ευσπλαγχνιζόμαστε / θα ευσπλαγχνιστούμεθα ευσπλαγχνίζεστε / θα ευσπλαγχνιστείτεθα ευσπλαγχνίζονται / θα ευσπλαγχνιστούν / θα ευσπλαγχνιστούνε
Παρακείμενοςέχω ευσπλαγχνιστείέχεις ευσπλαγχνιστείέχει ευσπλαγχνιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ευσπλαγχνιστείείχες ευσπλαγχνιστείείχε ευσπλαγχνιστεί———
Υποτακτικήνα έχω ευσπλαγχνιστεί / να ευσπλαγχνίζομαι / να ευσπλαγχνιστώνα έχεις ευσπλαγχνιστεί / να ευσπλαγχνίζεσαι / να ευσπλαγχνιστείςνα έχει ευσπλαγχνιστεί / να ευσπλαγχνίζεται / να ευσπλαγχνιστείνα ευσπλαγχνιζόμαστε / να ευσπλαγχνιστούμενα ευσπλαγχνίζεστε / να ευσπλαγχνιστείτενα ευσπλαγχνίζονται / να ευσπλαγχνιστούν / να ευσπλαγχνιστούνε
Προστακτική—ευσπλαγχνίζου / ευσπλαγχνίσου——ευσπλαγχνίζεστε / ευσπλαγχνιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →