ευσταθής
•
- σταθερός, που δεν χάνει εύκολα την ισορροπία του Βικιλεξικό
- μεταφορικάσωστός,ορθός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευσταθής < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευσταθής | ευσταθής | ευσταθές |
| Γενική | ευσταθούς | ευσταθούς | ευσταθούς |
| Αιτιατική | ευσταθή | ευσταθή | ευσταθές |
| Κλητική | ευσταθή / ευσταθής | ευσταθής | ευσταθές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευσταθείς | ευσταθείς | ευσταθή |
| Γενική | ευσταθών | ευσταθών | ευσταθών |
| Αιτιατική | ευσταθείς | ευσταθείς | ευσταθή |
| Κλητική | ευσταθείς | ευσταθείς | ευσταθή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →