ευσυμβίβαστος
•
- που εύκολα συμβιβάζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευσυμβίβαστος < ελληνιστική κοινή εὐσυμβίβαστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευσυμβίβαστος | ευσυμβίβαστη | ευσυμβίβαστο |
| Γενική | ευσυμβίβαστου | ευσυμβίβαστης | ευσυμβίβαστου |
| Αιτιατική | ευσυμβίβαστο | ευσυμβίβαστη | ευσυμβίβαστο |
| Κλητική | ευσυμβίβαστε | ευσυμβίβαστη | ευσυμβίβαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευσυμβίβαστοι | ευσυμβίβαστες | ευσυμβίβαστα |
| Γενική | ευσυμβίβαστων | ευσυμβίβαστων | ευσυμβίβαστων |
| Αιτιατική | ευσυμβίβαστους | ευσυμβίβαστες | ευσυμβίβαστα |
| Κλητική | ευσυμβίβαστοι | ευσυμβίβαστες | ευσυμβίβαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →