ευσυνείδητος
•
- που φέρεται σωστά και έντιμα, σύμφωνα με τη συνείδησή του Βικιλεξικό
- είναι ευσυνείδητος επαγγελματίας
- που γίνεται σωστά, επιμελημένα ή έντιμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευσυνείδητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐσυνείδητος (με καθαρή συνείδηση, τίμιος) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική consciencieux). Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + συνειδητός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευσυνείδητος | ευσυνείδητη | ευσυνείδητο |
| Γενική | ευσυνείδητου | ευσυνείδητης | ευσυνείδητου |
| Αιτιατική | ευσυνείδητο | ευσυνείδητη | ευσυνείδητο |
| Κλητική | ευσυνείδητε | ευσυνείδητη | ευσυνείδητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευσυνείδητοι | ευσυνείδητες | ευσυνείδητα |
| Γενική | ευσυνείδητων | ευσυνείδητων | ευσυνείδητων |
| Αιτιατική | ευσυνείδητους | ευσυνείδητες | ευσυνείδητα |
| Κλητική | ευσυνείδητοι | ευσυνείδητες | ευσυνείδητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →