Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευσυνείδητος

/ef.siˈni.ði.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φέρεται σωστά και έντιμα, σύμφωνα με τη συνείδησή του Βικιλεξικό
    • είναι ευσυνείδητος επαγγελματίας
  2. που γίνεται σωστά, επιμελημένα ή έντιμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευσυνείδητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐσυνείδητος (με καθαρή συνείδηση, τίμιος) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική consciencieux). Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + συνειδητός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευσυνείδητοςευσυνείδητηευσυνείδητο
Γενικήευσυνείδητουευσυνείδητηςευσυνείδητου
Αιτιατικήευσυνείδητοευσυνείδητηευσυνείδητο
Κλητικήευσυνείδητεευσυνείδητηευσυνείδητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευσυνείδητοιευσυνείδητεςευσυνείδητα
Γενικήευσυνείδητωνευσυνείδητωνευσυνείδητων
Αιτιατικήευσυνείδητουςευσυνείδητεςευσυνείδητα
Κλητικήευσυνείδητοιευσυνείδητεςευσυνείδητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →