Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευσχημοσύνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ιδιότητα του ευσχήμονος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευσχημοσύνη < αρχαία ελληνική εὐσχημοσύνη, μορφολογικά αναλύεται σε ευσχήμ(ων) + -οσύνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευσχημοσύνηευσχημοσύνες
Γενικήευσχημοσύνηςευσχημοσυνών
Αιτιατικήευσχημοσύνηευσχημοσύνες
Κλητικήευσχημοσύνηευσχημοσύνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →