ευσύνοπτος
•
- που εύκολα συνοψίζεται, που αναδεικνύει την ουσία, την κεντρική ιδέα (για προφορικό ή γραπτό λόγο) Βικιλεξικό
- συνοπτικός, περιληπτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευσύνοπτος < αρχαία ελληνική εὐσύνοπτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευσύνοπτος | ευσύνοπτη | ευσύνοπτο |
| Γενική | ευσύνοπτου | ευσύνοπτης | ευσύνοπτου |
| Αιτιατική | ευσύνοπτο | ευσύνοπτη | ευσύνοπτο |
| Κλητική | ευσύνοπτε | ευσύνοπτη | ευσύνοπτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευσύνοπτοι | ευσύνοπτες | ευσύνοπτα |
| Γενική | ευσύνοπτων | ευσύνοπτων | ευσύνοπτων |
| Αιτιατική | ευσύνοπτους | ευσύνοπτες | ευσύνοπτα |
| Κλητική | ευσύνοπτοι | ευσύνοπτες | ευσύνοπτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →