ευτάκτως
•
- λόγιομε εύτακτο τρόπο, με ευταξία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευτάκτως < αρχαία ελληνική εὐτάκτως < εὔτακτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ευτάκτως < αρχαία ελληνική εὐτάκτως < εὔτακτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →