Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευτραφής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπαχουλός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευτραφής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐτραφής < εὖ + τρέφω ευ- + -τραφής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευτραφήςευτραφήςευτραφές
Γενικήευτραφούςευτραφούςευτραφούς
Αιτιατικήευτραφήευτραφήευτραφές
Κλητικήευτραφή / ευτραφήςευτραφήςευτραφές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευτραφείςευτραφείςευτραφή
Γενικήευτραφώνευτραφώνευτραφών
Αιτιατικήευτραφείςευτραφείςευτραφή
Κλητικήευτραφείςευτραφείςευτραφή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →