Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευυπόληπτος

/e.viˈpo.li.ptos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον σέβονται και τον υπολήπτονται όλοι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηφερέγγυος και νομοταγής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευυπόληπτος < ευ- + (υπολήπτομαι) υποληπ- + -τος. Διαφορετική η αρχαία ελληνική εὐυπόληπτος (που μπορεί να τον σηκώσουν εύκολα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευυπόληπτοςευυπόληπτηευυπόληπτο
Γενικήευυπόληπτουευυπόληπτηςευυπόληπτου
Αιτιατικήευυπόληπτοευυπόληπτηευυπόληπτο
Κλητικήευυπόληπτεευυπόληπτηευυπόληπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευυπόληπτοιευυπόληπτεςευυπόληπτα
Γενικήευυπόληπτωνευυπόληπτωνευυπόληπτων
Αιτιατικήευυπόληπτουςευυπόληπτεςευυπόληπτα
Κλητικήευυπόληπτοιευυπόληπτεςευυπόληπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →