ευφημισμός
•
- έπαινος, εγκωμιασμός Βικιλεξικό
- η χρήση μιας λέξης ή έκφρασης στη θέση μιας άλλης, επειδή θεωρείται λιγότερο αρνητική, δυσοίωνη ή επιθετική ή χυδαία από αυτήν που αντικαθιστά (υφίσταται και το αντίθετο ο αντευφημισμός ή δυσφημισμός) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευφημισμός < (ελληνιστική κοινή) εὐφημισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευφημισμός | ευφημισμοί |
| Γενική | ευφημισμού | ευφημισμών |
| Αιτιατική | ευφημισμό | ευφημισμούς |
| Κλητική | ευφημισμέ | ευφημισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →